Αρχιτεκτονικός Διαγωνισμός Σχολή Καλών Τεχνών Στας Παράσχου

Πελάτης : Υπουργείο Πολιτισμού

Συνολική Επιφάνεια : 1530τμ

Τοποθεσία : Λέμπα  / Πάφος 

Μελέτη : 2016 

 

| Tο "βάρος" του τόπου |

Η Λέμπα, μόλις επτά χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πόλης της Πάφου, είναι ένα χωριό με ιστορία, μ' ένα μακρύ πολιτιστικό παρελθόν και ένα συνεχές δημιουργικό παρόν. Στον τόπο αυτό το παρόν συναντά το παρελθόν σε ένα ιδιαίτερο παλίμψηστο διαφορετικών ιστορικών χρόνων μέσα από ένα κολλάζ (ψηφιδωτό) της μνήμης και της δημιουργικής έκφρασης που ξεκινά την 3η χιλιετηρίδα πΧ.

 

Εδώ το τραγούδι της Κυράς ακούγεται ακόμα ζωντανό ανάμεσα στους καλαμιώνες, μέσα στους τουρκομαχαλλάδες και τριγύρω από το τείχος του Στάς….

 

Ο Τόπος εμπεριέχει ένα βάρος που δεν αφορά μόνο στην ιστορική μνήμη αλλά σχετίζεται και με την ιδιαιτερότητα του φυσικού τοπίου. Το πράσινο της περιοχής όπου σήμερα φιλοξενούνται οι καλλιτέχνες του Κολλεγίου, με την πύκνωση του στο όριο προς την κοιλάδα (γκρεμνός) δημιουργεί μια αίσθηση εξωτικού τοπίου - μια αγριάδα αρχετυπική για τις αισθήσεις. Η οπτική επαφή με την θάλασσα, στην διαδρομή μεταξύ της περιοχής της διαμονής και της σχολής, ισορροπεί το απόκρυμνο διαχέοντας το Κυπριακό φως της δύσης στον ορίζοντα. Η "ηρεμία" στον χώρο των εργαστηρίων και η ευγενική ιδιωτικότητα που κανείς συναντά στο Κολλέγιο Τέχνης, καθώς το “τείχος” της Λέμπας δεν σε κρατά απ’ έξω αλλά σε προσκαλεί να τρυπώσεις προς το εσωτερικό του, αποτελεί άλλη μια ιδιαιτερότητα του τόπου.

 Όλες αυτές οι εναλλαγές στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του χώρου μαζί με την ατελείωτη "καλοκαιριά" του Κυπριακού τοπίου αποτελούν ίσως το βασικό συστατικό της κατάστασης έμπνευσης - αυτό που ο καλλιτέχνης κάνει βίωμα μέσα στο χρόνο.

 

Ο σύγχρονος καλλιτέχνης |

η συνείδηση του συλλογικού και του τόπου

 

Η τέχνη του Στάς Παράσκου συσχετίζεται με την Λέμπα κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν το καλοκαιρινό Σχολείο Τεχνών του Βαρωσιού μεταφέρεται στην πόλη της Πάφου και τελικά στο τότε εγκαταλελημμένο τουρκοκυπριακό χωριό. Ο Στάς με το λυρικό βλέμμα προς τον τόπο και τις "αγάπες του τόπου", δημιουργεί στο ξεχασμένο χωριό μια νέα δυναμική, προσελκύοντας νέους επισκέπτες από όλο τον κόσμο.

 

Στεγασμένη στην περιοχή του "Σχολείου" του χωριού σε μια περιοχή χωρίς υποδομές - ξεχασμένη από τον χρόνο, η Σχολή Τεχνών δημιουργεί τον εαυτό της.  Ο χώρος είναι ζωντανός - σχεδόν αυτοφυής - βγαλμένος μέσα από την ανάγκη των ίδιων των ανθρώπων που διαμένουν εκεί. Ο Στάς νοιώθει την ανάγκη να ορίσει την περιοχή κτίζοντας ένα "τείχος". Το τείχος της Λέμπας που με μια διάθεση χιουμοριστική αλλά και από την ανάγκη για ιδιωτικότητα του χώρου της σχολής, σύντομα μετατράπηκε σε τοπόσημο για το χωριό. Ένα τοπόσημο που ταυτίστηκε με τον τόπο και που τελικά αποτέλεσε πόλο έλξης για τα περαστικά βλέμματα.

 

"...να κάμω έναν τείχος, να κλείσω μέσα το Κολλέγιο... να μείνουν τζιαι έξω οι τουρίστες..."

 

Στο πνεύμα του Στάς, η καλλιτεχνικη δημιουργία καθορίζεται από τον τόπο.

"...θέλουμε να είμαστε μοντέρνοι καλλιτέχνες - σοφιστικέ καλλιτέχνες - με μια τέχνη που να έχει το Κυπριακό πνεύμα του τόπου...." 

 

Η εντοπιότητα του έργου του Στας αποκτά μεταφυσική και ποιητική σημασία. O τόπος είναι η φύση, ο άνθρωπος, η ιστορία, η μνήμη, το βίωμα. Ο τόπος είναι το βασικό συστατικό της ύπαρξης και της δράσης στο παρόν και στο μέλλον. Είναι ό,τι συστήνει την κοινή μας εμπειρία, την κοινή μας κουλτούρα.

Η αρχιτεκτονική σκέψη για τον σχεδιασμό του συγκροτήματος του πολιτιστικού χωριού τη Λέμπας εκκινεί από την έννοια αυτή του Τόπου και κινείται γύρω από την ανάγκη της διατήρησης του Τόπου ως μνήμη, ίχνος, ταυτότητα, δημιουργική δράση.

 

Η ιδέα - ο σχεδιασμός του αυτοσχέδιου | ο ξαναδημιουργημένος χώρος | ο ξανακερδισμένος χρόνος

 

Στον "τοίχο" της Λέμπας το ιδιωτικό μπλέκεται με το δημόσιο σε έναν χώρο που ενώ είναι "περίκλειστος" είναι ταυτόχρονα ελκυστικά "ανοικτός". Το Κέντρο Τεχνών υπήρξε έως τώρα ένας σχεδόν αυτοσχέδιος χώρος δημιουργίας με ιδιαίτερο ύφος. Η πλατεία έξω από το Σχολείο περιτριγυρισμένη από τα έργα του "τείχους" ως χώρος δημιουργίας ορίζεται στο βάθος από τις εσωστρεφείς ιδιοκατασκευές των εργαστηρίων μέχρι το άλλοτε γραφείο του Στάς. Εκεί κάπου στο κέντρο της περιοχής μελέτης ήδη στη Σχολή οργανώνονταν μικρές "εκδηλώσεις", παρουσιάσεις και συζητήσεις. Σε αυτούς τους δύο κεντροβαρείς χώρους, μορφές όπως το "δέντρο", το "έργο τέχνης" (γλυπτό) και το "κτισμένο" αποτελούν μνήμες και συστήνουν χωρικά σχήματα συλλογικότητας, ανταλλαγής και συνάντησης ανθρώπων, ιδεών και μορφών.

 

Στην περιοχή της "διαμονής", η υπαίθρια ζωή αποτελεί βασικό συστατικό της εμπειρίας του καλλιτέχνη. Η σχέση με τον τόπο φτιάχνει έναν μποέμ τρόπο ζωής βασισμένο στη συλλογικότητα την οποία δημιουργούν οι ιδιαιτερότητες του τοπίου. Το άγριο τοπίο με τις απότομες κλίσεις και την πυκνή βλάστηση στο απόκρυμνο όριο της κοιλάδας, έχει καθορίσει τις συνθήκες της διαμονής και της δράσης στον χώρο.  Εδώ τα υφιστάμενα κτίρια περικλείουν την περιοχή σε σχέση με το δρόμο χωρίς όμως να αποκλείουν τον επισκέπτη από την περιπλάνηση προς το εσωτερικό.

 

Αυτή η δυνατότητα της περιπλάνησης και της ανακάλυψης της ζωής και της τέχνης, μέσα από διαπερατά όρια είναι ό,τι χαρακτηρίζει και το ύφος της ίδιας της τέχνης - μιας τέχνης έμμεσης που ομιλεί ποιητικά, μέσα από εμπόδια και κρυφά περάσματα, μέσα από υφές και χρώματα - μιας τέχνης του Τόπου.

 

Καλούμενοι να σχεδιάσουμε ένα "πολιτιστικό χωριό" ξαναγράφοντας πάνω στον καμβά του Κολλεγίου Τεχνών, με το υπόβαθρο της μνήμης αλλά και την σημασία του παρόντος αυτού του "Τόπου" της Λέμπας, προτείνουμε μια αρχιτεκτονική ελαφρυά, διακριτική και ευγενική ως προς την κατάσταση που προ - υπήρχε.

 

'...η τέχνη πρέπει να είναι ειληκρινής, απλή και χωρίς πρόθεση εντυπωσιασμού... με αυτή την έννοια πρέπει να είναι μια τέχνη του τόπου....'

 

Απλή και ειλικρινής η αρχιτεκτονική χειρονομία ξεκινά από την διατήρηση ποιοτικών χαρακτηρηστικών κάθε περιοχής μελέτης. Το νέο συμπληρώνει το παλιό με έναν τρόπο που να μην είναι ξένο στο τοπίο. Η οικειότητα μιας προηγούμενης χρήσης, ενός πλατώματος ή κάποιου σκιερού χώρου διατηρείται και ενδυναμώνεται σε μια “ίδια” χρήση ή παραλλάσεται διακριτικά σε κάτι “άλλο”.

  

Η περιοχή του Σχολείου - κέντρο εκπαίδευσης - εργαστήρια

 

Το Σχολείο με το τείχος του Στάς αποτελεί το λογότυπο του κέντρου εκπαίδευσης. Η πλατεία με τα γλυπτά και τη χαρακτηριστική μουριά στο κέντρο διευρύνεται προς τα μέσα παράλληλα με τον νέο κτηριακό όγκο που φιλοξενεί τα εργαστήρια ζωγραφικής στο ισόγειο και κεραμικής στον όροφο. Στο βάθος, εκεί όπου άλλοτε στεγαζόταν το γραφείο του Στάς, δημιουργείται ξανά ένα νέο κέντρο ανάμεσα στους χώρους της διοίκησης και των ισόγειων εργαστηρίων. Σε εκείνο το σημείο κανείς προσανατολίζεται μέσα από την φυγή προς το “τείχος” και το παλιό Σχολείο.

 

Στο δυτικό σύνορο εκτείνονται τα κυπαρίσια που εξακολουθούν να σχηματίζουν το φυσικό όριο του χώρου. Η οθωμανική τουαλέττα μετατρέπεται σε στοιχείο μνήμης το οποίο γίνεται αντιληπτό και από το εσωτερικό των εργαστηρίων ως μέρος του φυσικού τοπίου.

 

Στο βάθος της έκτασης χωροθετούνται οι ξενώνες των μαθητών και καθηγητών γύρω από έναν αίθριο χώρο στον οποίο μπορούν να συνωστίζονται και εκτός των εργαστηρίων για αναψυχή. Εδώ το “κέντρο” είναι λιγότερο δημόσιο. Το κομμάτι αυτό μπορεί να λειτουργήσει ανεξάρτητα ως κατάλυμα - χώρος ξεκούρασης - ως ένα σύγχρονο συγκρότημα διαμονής.

 

Ο κεντρικός κτηριακός όγκος των εργαστηρίων συνδέει σπονδυλωτά τις χρήσεις κατά μήκος του συγκροτήματος αποτελώντας την προέκταση του Σχολείου προς το κέντρο και δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα φόντο για το παλιό Νεοκλασικό κτήριο - γλυπτό. Παράλληλα, σε αυτό τον όγκο οργανώνονται υπαίθριοι και κλειστοί βοηθητικοί χώροι στα σύνορα εκατέρωθεν δημιουργώντας την επιθυμητή εσωτερικότητα.

 

Μέσα από τη σύνθεση των όγκων και των κατακόρυφων επιφανειών των ορίων,  δημιουργούνται χώροι λιγότερο ή περισσότερο ανοικτοί για να παραλάβουν διαφορετικές δράσεις ανάλογα με την ανάγκη των λειτουργιών με τις οποίες γειτνιάζουν. Η σχέση ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο ορίζεται μέσα από τον σχεδιασμό έτσι ώστε ο χώρος της σχολής να συστήνει δυνοτότητες επικοινωνίας και συλλογικότητας παράλληλα με τη δυνατότητα απομόνωσης και περισυλλογής.

Η περιοχή των Καλλιτεχνών -

Διαμονή η καταβύθιση στον τόπο - η πνευματική ανάταση και η Δημιουργία

 

Στο συγκρότημα της διαμονής των καλλιτεχνών εντοπίζεται η ανάγκη δημιουργίας μιας μεγάλης "πλατείας" στο επίπεδο του δρόμου. Μιας πλατείας που να αποτελέσει σημείο συνάντησης και ανταλλαγής για την Τέχνη. Γύρω από την "πλατεία" τα υφιστάμενα κτήρια μετατρέπονται σε εργαστήρια. Τα δώματά τους έχουν διαμορφωθεί έτσι ώστε να μπορούν να παραλάβουν χώρους ενίοτε σε δύο επίπεδα - ισόγειο και πατάρι. Στους χώρους αυτούς που με τα κεκλιμένα δώματά τους σχηματίζουν ένα ενδιαφέρον γλυπτικό σχήμα στο όριο με το δρόμο, οι Καλλιτέχνες μπορούν να δουλέψουν σε χώρους με νότιο προσανατολισμό σε επαφή με την πλατεία. Το Κέντρο φιλοξενίας των Καλλιτεχνών κοιτάζει την κοιλάδα στρέφοντας πλάτη στο δημόσιο δρόμο - διατηρώντας ακόμα ασαφή τα σημεία πρόσβασης προς τα μέσα.

Ο περιπλανώμενος μπορεί να συναντήσει μέσα από φυγές την πλατεία τους και να εισχωρήσει προς τα μέσα. Το στοιχείο της φύσης απλώνεται στο βάθος, ανάμεσα στο επίπεδο της πλατείας και έναν όγκο που υπερύπταται, άγριο και ελκυστικό. Η πλατεία αποτελεί έναν ενδιάμεσο καθ' ύψος χώρο ανάμεσα σε δύο ενότητες διαμονής - των Καλλιτεχνών και των φοιτητών.

 

Στο όριο της περιοχής προς τον γκρεμνό χωροθετείται η “διαμονή” κάτω και εναερίως σε δύο διακεκριμένες στάθμες. Οι φοιτητές διαμένουν κάτω από την πλατεία - σε δωμάτια που ανοίγονται στους καλαμιώνες. Εκεί μπορούν να απομονώνονται σε μια πιο ιδιωτική συνθήκη μακρυά από τα βλέμματα των περαστικών. Η ανύψωση του όγκου των δωματίων των Καλλιτεχνών συμβαίνει παράλληλα για να αφήσει την φυγή προς το φυσικό τοπίο ανέπαφη. Ο όγκος των πέντε δωματίων τους, μοιάζει να υπερύπταται στον αέρα κομψός και αέρινος, ελαφρύς και ζωντανός, πάνω σε ένα οργανικό σύμπλεγμα υποστηλωμάτων που γίνονται ένα με την φύση. Εδώ η κατασκευαστική δομή του κτισμένου γίνεται μέρος της συνθήκης του φυσικού τοπίου. Βγαίνει απο τον βράχο ως στερεό ή πετάει στον αέρα σαν καράβι μέσα στους καλαμιώνες.

 

Η διαμονή στρέφει το βλέμμα προς το πράσινο και τη θάλασσα. Οι καλλιτέχνες βιώνουν τη δημιουργία στον χώρο της πλατείας και ξεκουράζονται σε μια κατάσταση ανάτασης. Οι φοιτητές αναζητούν τις μορφές της τέχνης τους μέσα από μια καταβύθιση στον Τόπο.

 

Στο κομμάτι αυτό η τέχνη μετατρέπεται σε έναν κοινωνικό τόπο προσβάσιμο από τον επισκέπτη που την αναζητά πίσω από χρωματιστά ”τείχη” ή πίσω από κάθε καλντερίμι.

 

 

Λέμπα - ένα σύγχρονο πολιτιστικό χωριό με παρελθόν παρόν και μέλλον

 

Στον νέο σχεδιασμένο χώρο - “πολιτιστικό χωριό” - οι τέχνες και οι κουλτούρες γίνονται όπως στα λόγια του καλλιτέχνη  “....μια συλλογική συνείδηση…. που εμπεριέχει ατόφια την ψυχή,  εκείνη που αναφύεται μέσα από το τοπίο και το φως της Κύπρου…."

 

“...η Κυρά της Λέμπας θα ξεκινήσει από την κυκλική κατοικία της προχωρώντας προς την περιοχή των καλλιτεχνών....θα κοιτάξει μέσα από τους οικείους πέτρινους όγκους στο όριο του δρόμου για να ανακαλύψει έναν όμορφο πίνακα στην μεγάλη πλατεία των εργαστηρίων...διαμέσου του πλατώματος και των δωματίων των Καλλιτεχνών θα διακρίνει τους καλαμιώνες... κάτω ακούγονται οι χαρούμενες φωνές των φοιτητών....θα συνεχίσει το δρόμο της περνώντας από τα εργαστήρια κεραμικής του χωριού....θα φτάσει στην σχολή του Στας...θα τρυπώσει κρυφά μέσα από το τείχος για να βρεθεί κάτω από τη μουριά....Στα εργαστήρια ζωγραφικής και στο χώρο του Σχολείου εκτείθενται τα έργα της σχολής....Ο χώρος έξω από το Σχολείο έχει γεμίσει από κόσμο.... Η Λέμπα γιορτάζει - ο Στάς Παράσκος στέκει σε μια γωνία και αφουγκράζεται....ξαφνικά την κοιτάζει και χαμογελά…."